Meaning of βλέννα | Babel Free
/ˈvle.na/Ορισμοί
- ημιδιάφανο, γλοιώδες και πυκνόρρευστο υγρό που εκκρίνουν κάποιοι αδένες
- το γλοιώδες και παχύρρευστο έκκριμα της μύτης
- ιξώδης ουσία κάποιων φυτών (π.χ. λινάρι)
Ισοδύναμα
English
Mucus
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.