HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βλάμης | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ˈvlamis/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. σύντροφος, φίλος
    general
  3. αδελφοποιτός
  4. προσωνυμία που δινόταν στα μέλη του κατώτερου (πρώτου) βαθμού της Φιλικής Εταιρείας
    especially
  5. εραστής, αγαπητικός
  6. κουτσαβάκης, ψευτοπαλικαράς
  7. κουμπάρος

Παραδείγματα

“※ Αδελφοποιΐα επιχωριάζει με την λέξιν αδελφωσιά : οι αδελφοποιηθέντες λέγονταν μπράτιμοι ή βλάμηδες και οι συγγενείς σταυροπατέρας, σταυρομάνα, σταυραδέλφια. (Άννα I. Παπαμιχαήλ Κουτρούμπα, Ο σταυρός στους διαφόρους κλάδους του ελληνικού εθιμικού δικαίου, Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου / Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, 1990 https://web.archive.org/web/20220626090915/http://editions.academyofathens.gr/epetirides/xmlui/handle/20.500.11855/220)”
“→ επόμενος βαθμός: συστημένος”
“※ Είναι αυτός ο 'μορφονειός / Ο βλάμης της Μανιώς (Νέα ελληνική ανθολογία, εκδ. Ατλαντίδος, 2009, σελ. 98)”
“※ Βλάμης εἶναι ὁ ἐπιστήθιος φίλος τοῦ γαμβροῦ, οἵτινες ἔχουν δημιουργήσει ἕναν συγγενικὸν δεσμὸν δι΄ ὅρκου ἐνώπιον τοῦ ἱερέως καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, τοῦτο δὲ ἐπικρατεῖ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς τουρκοκρατίας (Άννα Ι. Παπαμιχαήλ Κουτρουμπά, Ο σταυρός στους διαφόρους κλάδους του ελληνικού εθιμικού δικαίου, Ακαδημία Αθηνών, 1990, σελ. 38)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βλάμης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course