Meaning of βλάμης | Babel Free
/ˈvlamis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
σύντροφος, φίλος general
- αδελφοποιτός
-
προσωνυμία που δινόταν στα μέλη του κατώτερου (πρώτου) βαθμού της Φιλικής Εταιρείας especially
- εραστής, αγαπητικός
- κουτσαβάκης, ψευτοπαλικαράς
- κουμπάρος
Παραδείγματα
“※ Αδελφοποιΐα επιχωριάζει με την λέξιν αδελφωσιά : οι αδελφοποιηθέντες λέγονταν μπράτιμοι ή βλάμηδες και οι συγγενείς σταυροπατέρας, σταυρομάνα, σταυραδέλφια. (Άννα I. Παπαμιχαήλ Κουτρούμπα, Ο σταυρός στους διαφόρους κλάδους του ελληνικού εθιμικού δικαίου, Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου / Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, 1990 https://web.archive.org/web/20220626090915/http://editions.academyofathens.gr/epetirides/xmlui/handle/20.500.11855/220)”
“→ επόμενος βαθμός: συστημένος”
“※ Είναι αυτός ο 'μορφονειός / Ο βλάμης της Μανιώς (Νέα ελληνική ανθολογία, εκδ. Ατλαντίδος, 2009, σελ. 98)”
“※ Βλάμης εἶναι ὁ ἐπιστήθιος φίλος τοῦ γαμβροῦ, οἵτινες ἔχουν δημιουργήσει ἕναν συγγενικὸν δεσμὸν δι΄ ὅρκου ἐνώπιον τοῦ ἱερέως καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, τοῦτο δὲ ἐπικρατεῖ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς τουρκοκρατίας (Άννα Ι. Παπαμιχαήλ Κουτρουμπά, Ο σταυρός στους διαφόρους κλάδους του ελληνικού εθιμικού δικαίου, Ακαδημία Αθηνών, 1990, σελ. 38)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.