HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βιοτεχνία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2

Ορισμοί

  1. παραγωγικός κλάδος του δευτερογενούς τομέα
  2. μικρού ή μέσου μεγέθους παραγωγική μονάδα του δευτερογενούς τομέα

Ισοδύναμα

1 more languages

Παραδείγματα

“είχε μια μικρή βιοτεχνία ρούχων και απασχολούσε 10 εργαζόμενους”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βιοτεχνία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free