βιομόριο
Ορισμοί
μόριο, όπως πρωτεΐνη, νουκλεϊκό οξύ, λιπίδιο ή υδατάνθρακας, που υπάρχει φυσιολογικά σε ζωντανούς οργανισμούς και συμμετέχει στις βιολογικές τους λειτουργίες
Ισοδύναμα
9 more languages
DeutschBiomolekül
Suomibiomolekyyli
Galegobiomolécula
हिन्दीजैवाणु
Italianobiomolecola
한국어생체분자
Nederlandsbiomolecuul
Portuguêsbiomolécula
Українськабіомолекула
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free