βινεγκρέτ
Ορισμοί
δροσερή σάλτσα από λάδι, ξίδι και αλάτι, συχνά με αρωματικά χόρτα, που προστίθεται σε σαλάτες
Ισοδύναμα
10 more languages
Catalàvinagreta
Ελληνικάλαδόξιδο
Suomivinaigrette
Galegovinagreta
日本語ヴィネグレット
Polskiwinegret
Portuguêsvinagrete
Русскийсо́ус винегре́т
Svenskavinägrett
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free