βιβλιάριο
Ορισμοί
δεμένο έντυπο (σαν βιβλίο) μικρού σχήματος με χώρο στις σελίδες του για εγγραφές από διάφορες αρχές και υπηρεσίες με τις οποίες έρχεται σε επαφή ο κάτοχός του
Ισοδύναμα
7 more languages
Παραδείγματα
“ο γιατρός μου έγραψε τη συνταγή στο βιβλιάριο του ΙΚΑ”
“με τη νέα εκλογική νομοθεσία καταργήθηκαν τα εκλογικά βιβλιάρια”
“※ Τα περισσότερα υποκαταστήματα της περιοχής της πρωτεύουσας είχαν συνδεθεί με το ηλεκτρονικό κέντρο της Τράπεζας, ώστε η κατάθεση, η ανάληψη ή η ενημέρωση του βιβλιαρίου να γίνονται σε σύντομο χρόνο. (Αργυρώ Αγγελοπούλου, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος: ένα Χρονικό, 2002, σελ. 112)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free