Meaning of βερεσέ | Babel Free
/ve.ɾeˈse/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- η αγορά ή η πώληση με πίστωση, με τρόπο βερεσέ
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βερεσές
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: βερεσές (αρσενικό)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.