HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βεντέμα | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. πλούσια εσοδεία
    Cretan, idiomatic
  2. εποχιακή μετακίνηση των αγγειοπλαστών με σκοπό την κατασκευή και πώληση πιθαριών

Παραδείγματα

“※ Συγκεκριμένα, ο Δήμος Ηρακλείου διαθέτει στο ακίνητο, γνωστό και ως «μετόχι Γρυλλιωνάκη», περίπου 1.300 ελαιόδεντρα που φέτος έχουν βεντέμα. (Εφημερίδα των Συντακτών, 26.11.2020)”
“※ Αλώνιζαν τη Μεγαλόνησο κατασκευάζοντας επιτόπου πιθάρια και καμίνια. Βεντέμες αποκαλούνταν αυτές οι οργανωμένες μετακινήσεις κι ατόνησαν στα τέλη του ‘60, οπότε οι Θραψανιώτες εγκαταστάθηκαν σε μόνιμα καμίνια στο χωριό. Πολλές δεκάδες βεντεμάρικων καμινιών έχουν εντοπιστεί ανά την Κρήτη. Κάποια δε χρονολογούνται στους ρωμαϊκούς χρόνους! Λες να συνεχίζουν την παράδοση από την αρχαιότητα; (*)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βεντέμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course