Meaning of βελονιά | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- το πέρασμα της κλωστής με βελόνα μέσα από ύφασμα που ράβεται ή κεντιέται
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του βελόνι accusative, nominative, singular, vocative
- οξύς πόνος που μοιάζει με τρύπημα από βελόνα
Παραδείγματα
“είδος ραφής, ανάλογα με τον τρόπο που περνιέται η βελόνα και το σχήμα που εμφανίζει η κλωστή πάνω στο ραμμένο ύφασμα”
“※ Τρυπώστε με σχετικά πυκνή βελονιά γύρω-γύρω το ύφασμα (Μια πελότα για τις καρφίτσες σας, periodikocreativity.gr, ανακτήθηκε στις 29/12/2024 https://periodikocreativity.gr/%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%86%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B5%CF%82-%CF%83%CE%B1%CF%82/)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.