Meaning of Βαρδέα | Babel Free
Ορισμοί
- άκλιτο γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Βαρδέας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Βαρδέας accusative, genitive, singular, vocative
- ποικιλία αμπέλου που καλλιεργείται στα νησιά του Ιονίου παλάγους και παράγει λευκό κρασί.
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.