βανοστάσιο
Ορισμοί
κατασκευή ή σύστημα με βάνες για τη ρύθμιση της ροής φυσικού αερίου (ή άλλων αερίων ή υγρών)
neologism
Παραδείγματα
“ο διαχειριστής μεταφοράς φυσικού αερίου της χώρας (Δ.Ε.Σ.Φ.Α.) λειτουργεί σταθμούς βανοστασίου στην Καβάλα και στα Φάρσαλα μεταξύ άλλων”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free