Meaning of βαλμάς | Babel Free
Ορισμοί
- βοσκός ή εκτροφέας μεγάλων ζώων (αλόγων, μουλαριών, βοδιών κ.λπ.)· ιπποφορβός, ζωέμπορος
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Βαλμά)
- εκμισθωτής (μεγάλων) ζώων για αλώνισμα
- γκιόνης
Παραδείγματα
“※ Κάπου βροντάει μια τουφεκιά ή κυνηγού ή δραγάτη, | και κάπου κάπου ο αντίλαλος βραχνό τραγούδι φέρνει | του αλογολάτη, του βαλμά, οπού γυρνάει κ' εκείνος.”
“※ Ο βαλμάς σήμερα είναι πουλί, ούτε μεγαλύτερο ούτε μικρότερο από κότσυφα, αλλά στα παλιά χρόνια ήτον άνθρωπος και φύλαγε άλογα στο λιβάδι.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.