Meaning of βαλίνη | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Βαλίνης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Βαλίνης accusative, genitive, singular, vocative
- ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη.
- απαραίτητο αμινοξύ με τύπο (CH₃)₂-CH-CH(NH₂)-COOH και σύμβολο Val ή V
Ισοδύναμα
English
Valine
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.