HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του βαλίνη | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Βαλίνης
  2. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Βαλίνης
    accusative, genitive, singular, vocative
  3. ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη.
  4. απαραίτητο αμινοξύ με τύπο (CH₃)₂-CH-CH(NH₂)-COOH και σύμβολο Val ή V

Ισοδύναμα

Deutsch Valin
English Valine
Español valina
Suomi valiini
Français valine
Galego Valiña
Magyar valin
Italiano valina
日本語 バリン
Nederlands valine
Polski walina
Português valina
Română valină
Русский вали́н
Svenska valin
中文 纈胺酸
ZH-TW 纈胺酸

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βαλίνη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free