HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βαλίνη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Βαλίνης
  2. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Βαλίνης
    accusative, genitive, singular, vocative
  3. ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη.
  4. απαραίτητο αμινοξύ με τύπο (CH₃)₂-CH-CH(NH₂)-COOH και σύμβολο Val ή V

Ισοδύναμα

EnglishValine
Españolvalina
Françaisvaline
14 more languages
DeutschValin
Suomivaliini
GalegoValiña
Magyarvalin
Italianovalina
日本語バリン
Nederlandsvaline
Polskiwalina
Portuguêsvalina
Românăvalină
Русскийвали́н
Svenskavalin
中文纈胺酸
繁體中文纈胺酸

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βαλίνη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free