Meaning of βακελίτης | Babel Free
Ορισμοί
είδος πλαστικού (τεχνητή ρητίνη που προκύπτει από τη συμπύκνωση μιας φαινόλης με φορμαλδεΰδη), που χρησιμοποιείται για την κατασκευή διαφόρων αντικειμένων καθημερινής χρήσης ή για την επάλειψη επιφανειών με υγρό βακελίτη, προκειμένου να στεγανοποιηθούν ή να γίνουν σκληρές και ανθεκτικές
Ισοδύναμα
English
Bakelite
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.