HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βακελίτης | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

είδος πλαστικού (τεχνητή ρητίνη που προκύπτει από τη συμπύκνωση μιας φαινόλης με φορμαλδεΰδη), που χρησιμοποιείται για την κατασκευή διαφόρων αντικειμένων καθημερινής χρήσης ή για την επάλειψη επιφανειών με υγρό βακελίτη, προκειμένου να στεγανοποιηθούν ή να γίνουν σκληρές και ανθεκτικές

Ισοδύναμα

English Bakelite

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βακελίτης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course