Meaning of βακέτα | Babel Free
/vaˈce.ta/Ορισμοί
- δέρμα από ενήλικα βοοειδή που χρησιμοποιείται για την κατασκευή δερμάτινων ειδών
-
γριά γυναίκα που φτιασιδώνεται έντονα για να φαίνεται νεότερη slang
Παραδείγματα
“※ Η Αντιγόνη είχε κάτι χοντροπάπουτσα από βακέτα, που αντί για σόλα είχανε ένα χοντρό μαύρο λάστιχο από παλιά ρόδα φορτηγού αυτοκινήτου. Τώρα σχεδόν όλα τα κορίτσια τέτοια φορούσανε, με χοντρές κάλτσες, σκούρες καφετιές.”
“※ Το ίδιο ενδιαφέρουσα είναι και η ορολογία: Πετσί, καπροπέτσι, χοιρόπετσο, βιδέλο, βακέτα, μουζάκι, αιγόπετσο, προβιά, προβίδι, φόρθια, φτερνίτες, σουβλιά και σουβλόριζες, σουβλόξυλα και σουβλομάνικα, τανάλιες, κατσαμπρόκοι, καμάρα του πόδα, μήλα, γαμπάτσα (Νίκος Ψιλάκης, Σ'ένα κρητικό στιβανάδικο, 11/122017 https://alestake64.rssing.com/chan-53082754/all_p953.html)”
“※ Μόσχεια, μαροκινά, σαγρέδες, τελατίνια και βακέται χρωματισταί και άλλων ζώων δέρματα εν γένει, Veaux, maroquins, chagrins, vachettes coloreés ou vernies, et peaux de tous autres animaux (Γραφείον Στατιστικής, Εμπόριον της Ελλάδος μετά των ξένων επικρατειών κατά το έτος 1889 (1890), εν Αθήναις, εκ του Εθνικού τυπογραφείου, σελ. 40 https://www.google.gr/books/edition/Emporion_t%C4%93s_Hellados_meta_t%C5%8Dn_xen%C5%8Dn/Jdxh6bYS2VkC?hl=en&gbpv=1)”
“→ χρειάζεται παράθεμα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.