βαθυμετρία
Ορισμοί
κλάδος της ωκεανογραφίας που έχει ως αντικείμενο τη μέτρηση του βάθους του θαλάσσιου (ή ποτάμιου ή λιμναίου) βυθού καθώς και τον προσδιορισμό της μορφολογίας του
Ισοδύναμα
9 more languages
DeutschBathymetrie
Gaeilgebataiméadracht
ქართულიბათიმეტრია
Polskibatymetria
Românăbatimetrie
Русскийбатиметрия
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free