Meaning of βαζεκτομή | Babel Free
/va.ze.ktoˈmi/Ορισμοί
χειρουργική μικροεπέμβαση με σκοπό να εμποδιστεί η απελευθέρωση του σπέρματος κατά την εκσπερμάτωση, ώστε να υπάρξει αποτελεσματική αντισύλληψη
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.