βαζεκτομή
Ορισμοί
χειρουργική μικροεπέμβαση με σκοπό να εμποδιστεί η απελευθέρωση του σπέρματος κατά την εκσπερμάτωση, ώστε να υπάρξει αποτελεσματική αντισύλληψη
Ισοδύναμα
14 more languages
Catalàvasectomia
Danskvasektomi
DeutschVasektomie
Italianovasectomia
Nederlandsvasectomie
Polskiwazektomia
Portuguêsvasectomia
Русскийвазэктоми́я
Slovenčinavazektómia
Українськавазектомія
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free