Σημασία του βαζεκτομή | Babel Free
va.ze.ktoˈmiΟρισμοί
χειρουργική μικροεπέμβαση με σκοπό να εμποδιστεί η απελευθέρωση του σπέρματος κατά την εκσπερμάτωση, ώστε να υπάρξει αποτελεσματική αντισύλληψη
Ισοδύναμα
Català
vasectomia
Dansk
vasektomi
Deutsch
Vasektomie
English
Vasectomy
Español
vasectomía
Français
vasectomie
Italiano
vasectomia
Nederlands
vasectomie
Polski
wazektomia
Português
vasectomia
Русский
вазэктоми́я
Slovenčina
vazektómia
Українська
вазектомія
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free