Meaning of αγγειεκτομή | Babel Free
Ορισμοί
χειρουργική επέμβαση που χρησιμοποιείται ως μέθοδος στείρωσης/αντισύλληψης για τους άνδρες και τα αρσενικά θηλαστικά και που περιλαμβάνει την εκτομή σπερματικών πόρων ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκροή του σπέρματος κατά τη συνουσία
Ισοδύναμα
English
Vasectomy
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.