Meaning of βαγενάς | Babel Free
/va.ʝeˈnas/Ορισμοί
-
βαρελάς dated
- ανδρικό επώνυμο
- τεχνίτης που επισκευάζει ή φροντίζει για τη συντήρηση των βαγενιών
Παραδείγματα
“※ Τη δουλειά αυτή, […], την έκαναν οι βαγενάδες, ειδικοί, Ηπειρώτες ή Αρβανίτες, μαστόροι που έφταναν στο νησί κάθε καλοκαίρι και γύριζαν μαστορεύοντας από γειτονιά σε γειτονιά κι από σπίτι σε σπίτι (Πανταζής Κοντομίχης, Τα γεωργικά της Λευκάδας (Αθήνα 1985), σ. 122)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.