HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βαγενάς | Babel Free

Noun CEFR B1
/va.ʝeˈnas/

Ορισμοί

  1. βαρελάς
    dated
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. τεχνίτης που επισκευάζει ή φροντίζει για τη συντήρηση των βαγενιών

Παραδείγματα

“※ Τη δουλειά αυτή, […], την έκαναν οι βαγενάδες, ειδικοί, Ηπειρώτες ή Αρβανίτες, μαστόροι που έφταναν στο νησί κάθε καλοκαίρι και γύριζαν μαστορεύοντας από γειτονιά σε γειτονιά κι από σπίτι σε σπίτι (Πανταζής Κοντομίχης, Τα γεωργικά της Λευκάδας (Αθήνα 1985), σ. 122)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βαγενάς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course