HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του βέλο | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. λεπτό διάφανο δικτυωτό κάλυμμα του καπέλου ή/και του προσώπου μιας γυναίκας
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας, όπως το Βέλο του νομού Κορινθίας
  3. το νυφικό πέπλο
    especially

Ισοδύναμα

English fascinator veil
Français fascinateur
Polski woalka

Παραδείγματα

“Ανέβασε όμως το βέλο της πιο απάνω και φάνηκε αποκάτω μελαψό, αφτιασίδωτο το μέτωπο. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Φθινόπωρο)”
“Ἡ ὁδὸς Ἑρμοῦ ἦτο ἔρημος ἀκόμη διαβατῶν· καὶ μόνον οἱ ὑπάλληλοι τῶν πλουσίων τῆς ὁδοῦ ταύτης καταστημάτων, ἀγρυπνήσαντες ὅλην τὴν νύκτα, παρεσκεύαζον τὰ πλούσια κομψοτεχνήματα τῆς Πρωτοχρονιᾶς μὲ προσοχὴν ἐξαιρετικήν, ὡς νὰ ἔστηναν παγίδας νὰ συλλάβωσι κοσσύφους, κ' ἐκάλλυνον ἐν παρατάξει τὰ χρυσόλαμπρα ἀθύρματα ἐντὸς τῶν προθηκῶν, αἵτινες ὁμοιάζουσι μὲ τὰ βέλα πολλῶν κυριῶν, διακοσμοῦντες αὐτὰ οὕτως ὥστε μία ἁπλῆ ἐπιθεώρησις αὐτῶν ν' ἀρχίζῃ ἀπὸ περιέργειαν καὶ νὰ τελειώνῃ εἰς ἴλιγγον, ὁποῦ ὁ ἀγοραστὴς νὰ μὴ γνωρίζῃ τὶ θὰ δώσῃ καὶ τὶ θὰ πάρῃ. (Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, Αρφανούλα)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βέλο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free