Meaning of βέλο | Babel Free
Ορισμοί
- λεπτό διάφανο δικτυωτό κάλυμμα του καπέλου ή/και του προσώπου μιας γυναίκας
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας, όπως το Βέλο του νομού Κορινθίας
-
το νυφικό πέπλο especially
Ισοδύναμα
English
veil
Παραδείγματα
“Ανέβασε όμως το βέλο της πιο απάνω και φάνηκε αποκάτω μελαψό, αφτιασίδωτο το μέτωπο. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Φθινόπωρο)”
“Ἡ ὁδὸς Ἑρμοῦ ἦτο ἔρημος ἀκόμη διαβατῶν· καὶ μόνον οἱ ὑπάλληλοι τῶν πλουσίων τῆς ὁδοῦ ταύτης καταστημάτων, ἀγρυπνήσαντες ὅλην τὴν νύκτα, παρεσκεύαζον τὰ πλούσια κομψοτεχνήματα τῆς Πρωτοχρονιᾶς μὲ προσοχὴν ἐξαιρετικήν, ὡς νὰ ἔστηναν παγίδας νὰ συλλάβωσι κοσσύφους, κ' ἐκάλλυνον ἐν παρατάξει τὰ χρυσόλαμπρα ἀθύρματα ἐντὸς τῶν προθηκῶν, αἵτινες ὁμοιάζουσι μὲ τὰ βέλα πολλῶν κυριῶν, διακοσμοῦντες αὐτὰ οὕτως ὥστε μία ἁπλῆ ἐπιθεώρησις αὐτῶν ν' ἀρχίζῃ ἀπὸ περιέργειαν καὶ νὰ τελειώνῃ εἰς ἴλιγγον, ὁποῦ ὁ ἀγοραστὴς νὰ μὴ γνωρίζῃ τὶ θὰ δώσῃ καὶ τὶ θὰ πάρῃ. (Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, Αρφανούλα)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.