Meaning of βάλανος | Babel Free
/ˈvalanos/Ορισμοί
- το άκρο του πέους, αυτό που συνήθως καλύπτεται από την ακροποσθία
- ανδρικό επώνυμο
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Πήγα στο γιατρό επειδή έκαιγε η βάλανός μου.”
I went to the doctor because my glans was burning.
“※ Σύνδρομο Reiter. Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται από φλεγμονή βλεννογόνων (επιπεφυκότος, ίριδος, στοματικής κοιλότητας και βαλάνου) και φλεγμονή δέρματος (βλεννοαιμοραγική κερατοδερμία) (Δελτίον: Acta microbiologica Hellenica, τόμος 37, Ελληνική Μικροβιολογική και Υγειονολογική Εταιρεία, 1992, σελ. 418)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.