HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βάλανος | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ˈvalanos/

Ορισμοί

  1. το άκρο του πέους, αυτό που συνήθως καλύπτεται από την ακροποσθία
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Ισοδύναμα

English glans penis shaft

Παραδείγματα

“Πήγα στο γιατρό επειδή έκαιγε η βάλανός μου.”

I went to the doctor because my glans was burning.

“※ Σύνδρομο Reiter. Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται από φλεγμονή βλεννογόνων (επιπεφυκότος, ίριδος, στοματικής κοιλότητας και βαλάνου) και φλεγμονή δέρματος (βλεννοαιμοραγική κερατοδερμία) (Δελτίον: Acta microbiologica Hellenica, τόμος 37, Ελληνική Μικροβιολογική και Υγειονολογική Εταιρεία, 1992, σελ. 418)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βάλανος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course