Meaning of Αχαιός | Babel Free
/aˈçeos/Ορισμοί
- μέλος αρχαίου ελληνικού φύλου (Αχαιοί, Ίωνες, Αιολείς, Δωριείς)
- μυθικός ήρωας. Από το όνομα του ονομάστηκε ο λαός Αχαιοί και η σημερινή Αχαΐα.
-
κάτοικος της Αχαΐας demonym
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.