Meaning of αφασία | Babel Free
Ορισμοί
- η απώλεια της γλωσσικής ικανότητας (κατανόησης ή χρήσης γραπτού ή προφορικού λόγου) που οφείλεται σε εγκεφαλική βλάβη (ή άλλους λόγους)
- η καθολική απώλεια αισθήσεων
-
χαρακτηρισμός για άνθρωπο με απρόβλεπτες αντιδράσεις slang
Ισοδύναμα
English
Aphasia
Παραδείγματα
“Τι έκανε πάλι ο άνθρωπος, σκέτη αφασία είναι”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.