HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αφασία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. η απώλεια της γλωσσικής ικανότητας (κατανόησης ή χρήσης γραπτού ή προφορικού λόγου) που οφείλεται σε εγκεφαλική βλάβη (ή άλλους λόγους)
  2. η καθολική απώλεια αισθήσεων
  3. χαρακτηρισμός για άνθρωπο με απρόβλεπτες αντιδράσεις
    slang

Ισοδύναμα

23 more languages

Παραδείγματα

“Τι έκανε πάλι ο άνθρωπος, σκέτη αφασία είναι”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αφασία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free