HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αφίχθην | Babel Free

Verb CEFR B1
/aˈfi.xθin/

Ορισμοί

  1. α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του αφικνούμαι: έφτασα, έφτασα στον προορισμό μου
    dated, formal
  2. α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ἀφικνοῦμαι: αφίχθην έφτασα, έφτασα στον προορισμό μου

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: με κατάληξη δημοτικής: αφίχθηκα (έφτασα)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αφίχθην used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course