Meaning of αφίχθην | Babel Free
/aˈfi.xθin/Ορισμοί
-
α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του αφικνούμαι: έφτασα, έφτασα στον προορισμό μου dated, formal
- α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ἀφικνοῦμαι: αφίχθην έφτασα, έφτασα στον προορισμό μου
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: με κατάληξη δημοτικής: αφίχθηκα (έφτασα)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.