αυτοσκοπός
Ορισμοί
το να αποτελεί κάτι από μόνο του σκοπό, να μη χρησιμεύει ως μέσο για να επιτευχθεί κάτι άλλο
formal
Ισοδύναμα
8 more languages
DeutschSelbstzweck
Suomiitsetarkoitus
Italianofine a se stesso
Русскийсамоцель
Svenskasjälvändamål
Українськасамоціль
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free