αυτισμός
Ορισμοί
ψυχοπαθολογική πάθηση που σαν χαρακτηριστικό της έχει -εκτός των άλλων- την ελλιπή κοινωνική αλληλεπίδραση και επικοινωνία και την στερεότυπη επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά
Ισοδύναμα
37 more languages
العربيةتوحد
Българскиаутизъм
Catalàautisme
Cymraegawtistiaeth
Danskautisme
DeutschAutismus
Esperantoaŭtismo
فارسیاوتیسم
Suomiautismi
Gaeilgeuathachas
Gàidhliguathachas
Galegoautismo
עבריתאוטיזם
Magyarautizmus
Bahasa Indonesiaautisme
Íslenskaeinhverfa
Italianoautismo
日本語自閉症
한국어자폐증
Lietuviųautizmas
Te Reo Māoritakiwātanga
Македонскиаутизам
Bahasa Melayuautisme
Nederlandsautisme
Polskiautyzm
Portuguêsautismo
Русскийаутизм
Slovenčinaautizmus
Slovenščinaavtizem
Українськааутизм
中文自閉症
Παραδείγματα
“※ Συγκεκριμένα, τα θέματα που προτείνουν οι ... να συμπεριλαμβάνονται στα σεξουαλικά εκπαιδευτικά προγράμματα των ατόμων με αυτισμό ή / και νοητική καθυστέρηση αφορούν την σεξουαλική υγεία, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και το AIDS, άσεμνες χειρονομίες και προσβλητικά σχόλια, εξερεύνηση του σώματος, γύμνια, ερωτική συνεύρεση, αυνανισμό και σεξουαλικό αυτοερεθισμό, σεξουαλικό προσανατολισμό, «οικείο» άγγιγμα, ραντεβού, αποφυγή εγκυμοσύνης, εγκυμοσύνη, συγκατοίκηση, γάμο, πορνογραφία, ερωτικό υλικό, σεξουαλική εκμετάλλευση, κακοποίηση και παρενόχληση. (Ευαγγελία Μπαρμπούδη, Σεξουαλικότητα και σεξουαλική εκπαίδευση ατόμων με αυτισμό ή/ και νοητική καθυστέρηση. Μια πιλοτική έρευνα σε γονείς, διπλ. εργασία, Παν. Μακεδονίας, τμήμα εκπαιδευτικής και κοινωνικής πολιτικής, Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 22-23)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free