HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αυτάρκεια

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
aˈftaɾ.ci.a

Ορισμοί

η ιδιότητα του αυτάρκους, η πληρότητα σχετικά με όλα τα αναγκαία, η έλλειψη ανάγκης για εξωτερική βοήθεια

Ισοδύναμα

29 more languages
العربيةاكتفاء ذاتي
Българскиавтаркия
Bahasa Indonesiaautarki
한국어자급자족
Românăautarhie
Slovenčinasebestačnosť
Türkçeotarşi

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αυτάρκεια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free