αυξημένα
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυξημένο
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Τα κρούσματα εμφανίστηκαν αυξημένα τον τελευταίο μήνα.”
The cases appeared increased over the last month.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free