αυλητής
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ανδρικό όνομα
- ο μουσικός που παίζει αυλό
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Αυλήτου)
Ισοδύναμα
Españolflautista
Παραδείγματα
“※ Είναι πολύ γνωστή η παράσταση στο Κορινθιακό αγγείο (οινοχόη Chigi) όπου ένας νεαρός αυλητής συνοδεύει την φάλαγγα των στρατιωτών στη μάχη (Imago Musicae, Τόμοι 21-22, εκδ. Bärenreiter-Verlag, 2004, σελ. 14)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free