HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αυλητής | Babel Free

Noun feminine CEFR B1

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. ανδρικό όνομα
  3. ο μουσικός που παίζει αυλό
  4. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Αυλήτου)

Ισοδύναμα

English Piper

Παραδείγματα

“※ Είναι πολύ γνωστή η παράσταση στο Κορινθιακό αγγείο (οινοχόη Chigi) όπου ένας νεαρός αυλητής συνοδεύει την φάλαγγα των στρατιωτών στη μάχη (Imago Musicae, Τόμοι 21-22, εκδ. Bärenreiter-Verlag, 2004, σελ. 14)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αυλητής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course