αυθεντική
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυθεντικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Αυτή είναι μια αυθεντική πίνακα του Πικάσο.”
This is an authentic painting by Picasso.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free