ατροφία
Ορισμοί
η ασθενική κατάσταση ενός οργάνου ως προς τις διαστάσεις και τη λειτουργικότητά του, που οφείλεται σε τραύμα, ασθένεια ή σε ελλιπή χρήση του
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“ατροφία των μυών”
muscular atrophy
“φυσιολογική ατροφία”
physiological atrophy
“εκτεταμένη ατροφία”
extensive atrophy
“γενικευμένη ατροφία”
generalized atrophy
“γεροντική ατροφία”
old age atrophy
“Η ατροφία του κοινωνικού κράτους αντιστοιχεί στην υπερτροφία του ποινικού κράτους.”
The lack of development of the welfare state corresponds to the overdevelopment of the criminal state.
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free