Meaning of ατροφία | Babel Free
/atɾoˈfia/Ορισμοί
η ασθενική κατάσταση ενός οργάνου ως προς τις διαστάσεις και τη λειτουργικότητά του, που οφείλεται σε τραύμα, ασθένεια ή σε ελλιπή χρήση του
Ισοδύναμα
English
Atrophy
Παραδείγματα
“ατροφία των μυών”
muscular atrophy
“φυσιολογική ατροφία”
physiological atrophy
“εκτεταμένη ατροφία”
extensive atrophy
“γενικευμένη ατροφία”
generalized atrophy
“γεροντική ατροφία”
old age atrophy
“Η ατροφία του κοινωνικού κράτους αντιστοιχεί στην υπερτροφία του ποινικού κράτους.”
The lack of development of the welfare state corresponds to the overdevelopment of the criminal state.
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.