Σημασία του ατμο- | Babel Free
Ορισμοί
- αʹ συνθετικό που
- προσδίδει στην σύνθετη λέξη την έννοια του ατμού ως μέσου κίνησης ή λειτουργίας, που δηλώνει μηχανές, οχήματα ή συσκευές που κινούνται, παράγουν ή χρησιμοποιούν ατμό
- προσδίδει στην σύνθετη λέξη την έννοια του ατμού ως μέσου διαδικασίας, που αφορά ενέργειες ή μεθόδους που εκτελούνται με χρήση ατμού
- προσδίδει στην σύνθετη λέξη την έννοια ότι κάτι είναι κατάλληλο για χρήση με ατμό, που περιγράφει χώρους, δοχεία ή εξαρτήματα που προορίζονται να περιέχουν ή να αντέχουν ατμό
- προσδίδει στην σύνθετη λέξη την έννοια σχετικού με υδρατμούς της ατμόσφαιρα, που χρησιμοποιείται κυρίως σε μετεωρολογικούς όρους για την περιγραφή φαινομένων ή οργάνων μέτρησης
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“ατμομηχανή”
“ατμόλουτρο”
“ατμοθάλαμος”
“ατμόμετρο”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free