HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ατμο- | Babel Free

Phrase CEFR B1

Ορισμοί

  1. αʹ συνθετικό που
  2. προσδίδει στην σύνθετη λέξη την έννοια του ατμού ως μέσου κίνησης ή λειτουργίας, που δηλώνει μηχανές, οχήματα ή συσκευές που κινούνται, παράγουν ή χρησιμοποιούν ατμό
  3. προσδίδει στην σύνθετη λέξη την έννοια του ατμού ως μέσου διαδικασίας, που αφορά ενέργειες ή μεθόδους που εκτελούνται με χρήση ατμού
  4. προσδίδει στην σύνθετη λέξη την έννοια ότι κάτι είναι κατάλληλο για χρήση με ατμό, που περιγράφει χώρους, δοχεία ή εξαρτήματα που προορίζονται να περιέχουν ή να αντέχουν ατμό
  5. προσδίδει στην σύνθετη λέξη την έννοια σχετικού με υδρατμούς της ατμόσφαιρα, που χρησιμοποιείται κυρίως σε μετεωρολογικούς όρους για την περιγραφή φαινομένων ή οργάνων μέτρησης

Παραδείγματα

“ατμομηχανή”
“ατμόλουτρο”
“ατμοθάλαμος”
“ατμόμετρο”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ατμο- used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course