HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αυτο- | Babel Free

Phrase CEFR B1
/a.fto/

Ορισμοί

  1. αυτοπάθεια
  2. σε σύνθετα αφηρημένα ουσιαστικά
  3. σε σύνθετα ρήματα παθητικής φωνής
  4. την εκπλήρωση μιας ενέργειας/διαδικασίας χωρίς εξωτερική παρεμβολή ή βοήθεια
  5. αυτοματισμό, κάτι γίνεται από μόνο του
  6. ανεξαρτησία από αυτό που δηλώνει το β' συνθετικό, σε σύνθετα επίθετα

Ισοδύναμα

English auto- self-

Παραδείγματα

“αυτο- (afto-) + άμυνα (ámyna, “defence”) → αυτοάμυνα (aftoámyna, “self-defence”)”
“αυτοάμυνα, αυτοβιογραφία”
“αυτοπροβάλλομαι, αυτοανακηρύσσομαι”
“αυτοδίδακτος, αυτοδημιούργητος”
“αυτοκίνητο, αυτοφυής”
“αυτόκλητος”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αυτο- used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course