Meaning of αυτο- | Babel Free
/a.fto/Ορισμοί
- αυτοπάθεια
- σε σύνθετα αφηρημένα ουσιαστικά
- σε σύνθετα ρήματα παθητικής φωνής
- την εκπλήρωση μιας ενέργειας/διαδικασίας χωρίς εξωτερική παρεμβολή ή βοήθεια
- αυτοματισμό, κάτι γίνεται από μόνο του
- ανεξαρτησία από αυτό που δηλώνει το β' συνθετικό, σε σύνθετα επίθετα
Παραδείγματα
“αυτο- (afto-) + άμυνα (ámyna, “defence”) → αυτοάμυνα (aftoámyna, “self-defence”)”
“αυτοάμυνα, αυτοβιογραφία”
“αυτοπροβάλλομαι, αυτοανακηρύσσομαι”
“αυτοδίδακτος, αυτοδημιούργητος”
“αυτοκίνητο, αυτοφυής”
“αυτόκλητος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.