Meaning of ασυστολία | Babel Free
Ορισμοί
πλήρης και παρατεταμένη διακοπή της μηχανικής λειτουργίας της καρδιάς, με αποτέλεσμα την απουσία παλμού και κυκλοφορίας του αίματος
Ισοδύναμα
English
asystole
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.