ασυστολία
Ορισμοί
πλήρης και παρατεταμένη διακοπή της μηχανικής λειτουργίας της καρδιάς, με αποτέλεσμα την απουσία παλμού και κυκλοφορίας του αίματος
Ισοδύναμα
10 more languages
Catalàasistòlia
Češtinaasystolie
Bahasa Indonesiaasistol
Italianoasistolia
Polskiasystolia
Portuguêsassistolia
Românăasistolie
Русскийасистоли́я
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free