HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ασκεπής

Επίθετο θηλυκό CEFR B1
a.sceˈpis

Ορισμοί

  1. που δεν φοράει καπέλο ή άλλο κάλυμμα της κεφαλής
  2. γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσκεπος
    feminine, genitive, singular
  3. που δεν έχει σκεπή (π.χ. οίκημα)
  4. που είναι απροστάτευτος

Ισοδύναμα

11 more languages

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ασκεπής σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free