Meaning of ασκεπής | Babel Free
/a.sceˈpis/Ορισμοί
- που δεν φοράει καπέλο ή άλλο κάλυμμα της κεφαλής
-
γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσκεπος feminine, genitive, singular
- που δεν έχει σκεπή (π.χ. οίκημα)
- που είναι απροστάτευτος
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.