Meaning of ασκαρίδα | Babel Free
Ορισμοί
μακρόστενο παρασιτικό σκουλήκι που ζει στο λεπτό έντερο ανθρώπων και ζώων, που μεταδίδεται κυρίως με μολυσμένα τρόφιμα ή νερό και προκαλεί διαταραχές στο πεπτικό σύστημα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.