ασβέστωμα
Ορισμοί
η ενέργεια του ασβεστώνω, το βάψιμο μιας επιφάνειας (τοίχου κλπ) με διάλυμα από ασβέστη και νερό
Ισοδύναμα
9 more languages
Ελληνικάάσπρισμα
हिन्दीचुनाई
Bahasa Indonesiapengapuran
Latinadealbans
Nederlandswitwerk
Polskiwybielanie
Русскийпобелка
Українськавідмивання
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free