Σημασία του αρόδο | Babel Free
aˈɾo.ðoΟρισμοί
- αγκυροβολημένος έξω από το λιμάνι ή μακριά από το αγκυροβόλιο
-
μακριά, σε απόσταση broadly
Παραδείγματα
“※ Τὸ πλοῖο ἔστεκε ἀρόδο, ἀπὸ φόβο μὴν κάτσει στ’ ἀνάβαθο λιμάνιˈ' (Γιώργης Μανουσάκης, Ὁ ἐθελοντής, Αθήνα 2008)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free