αρωμουνικά
Ορισμοί
λατινογενής γλώσσα που μιλιέται σε διάφορες, κυρίως ορεινές, περιοχές των νοτίων Βαλκανίων. Στη μορφολογία και στη γραμματική έχει αρκετές ομοιότητες με τα ρουμανικά, ενώ το λεξιλόγιο έχει -σε μεγάλο βαθμό- δανειστεί λέξεις από τα ελληνικά και τα αλβανικά. Αντίθετα, τα ρουμανικά έχουν επηρεαστεί λεξιλογικά από τις σλαβικές γλώσσες και τα ουγγρικά.
Ισοδύναμα
10 more languages
Παραδείγματα
“Υπάρχει και η άποψη -η όχι απαλλαγμένη από πολιτικές σκοπιμότητες- ότι τα αρωμουνικά είναι απλά μια διάλεκτος της Ρουμανικής γλώσσας.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free