HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αρρίζωτος

Επίθετο θηλυκό CEFR B2

Ορισμοί

  1. που δε ρίζωσε
  2. που δε δέθηκε στέρεα με το έδαφος, δεν εγκαταστάθηκε μόνιμα κάπου

Ισοδύναμα

8 more languages

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αρρίζωτος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free