Meaning of απόληψη | Babel Free
Ορισμοί
- η είσπραξη ενός μέρους απ’ το οφειλόμενο ποσό ή από το ποσό που έχει κάποιος σε ένα πιστωτικό ίδρυμα
- η λήψη ενός υλικού από κάποιο σωρό, μείγμα, κράμα ή πέτρωμα, μετά από σχετική επεξεργασία
Παραδείγματα
“※ Σύμφωνα πάντα με την καταγγελία, το συμπύκνωμα πυριτών Ολυμπιάδας που αποθηκεύεται στη ΒΙ.ΠΕ. Σίνδου δηλώνεται ως «πρώτη ύλη για την παραγωγή διοξειδίου του θείου και θειικού οξέος» και αποκρύπτεται ότι εμπεριέχει χρυσό και άργυρο σε σημαντικές περιεκτικότητες και αποστέλλεται σε μεταλλουργίες της Κίνας για την απόληψη των πολύτιμων μετάλλων. (*)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.