HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of απόληψη | Babel Free

Noun feminine CEFR B1

Ορισμοί

  1. η είσπραξη ενός μέρους απ’ το οφειλόμενο ποσό ή από το ποσό που έχει κάποιος σε ένα πιστωτικό ίδρυμα
  2. η λήψη ενός υλικού από κάποιο σωρό, μείγμα, κράμα ή πέτρωμα, μετά από σχετική επεξεργασία

Παραδείγματα

“※ Σύμφωνα πάντα με την καταγγελία, το συμπύκνωμα πυριτών Ολυμπιάδας που αποθηκεύεται στη ΒΙ.ΠΕ. Σίνδου δηλώνεται ως «πρώτη ύλη για την παραγωγή διοξειδίου του θείου και θειικού οξέος» και αποκρύπτεται ότι εμπεριέχει χρυσό και άργυρο σε σημαντικές περιεκτικότητες και αποστέλλεται σε μεταλλουργίες της Κίνας για την απόληψη των πολύτιμων μετάλλων. (*)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See απόληψη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course