HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αποφαίνομαι | Babel Free

Verb CEFR C1
a.poˈfe.no.me

Ορισμοί

  1. διατυπώνω με επισημότητα μια γνώμη ως ειδικός ή αρμόδιος
    formal
  2. εκδίδω επίσημη απόφαση
  3. επιδεικνύω, παρουσιάζω

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“το δικαστήριο αποφαίνεται ότι...”

the court rules that...

“δεν της αποφαίνεται πως είναι έγκυος”

Great Dictionary of the entire Greek Language

“Ήταν ένα μήνα άρρωστος αλλά δεν του αποφαίνεται καθόλου.”

He was ill for a month but he doesn't look it at all.

“Τα ’χε με τον διευθυντή αλλά φρόντιζε να μην αποφαίνεται.”

She had an affair with the manager but she took care not to make it evident/apparent/not to show it.

“Έχασε ένα εκατομμύριο στο καζίνο αλλά δεν του αποφάνηκε.”

He lost a million in the casino but he didn't feel it/he didn't mind it/it didn't make much difference to him.

“※ Εκείνο ωστόσο που με ενοχλεί περισσότερο είναι η στάση κάποιων συμπολιτών μας. Οι οποίοι αντιμετωπίζουν τον κύριο Covid-19 όχι σαν εισβολέα που θα πεταχτεί έξω με τις κλωτσιές αλλά σαν μόνιμο εφεξής συγκάτοικό μας. Οι οποίοι προεξοφλούν ότι οι αλλαγές που φέρνει μαζί του θα αποδειχθούν μόνιμες. Μη αναστρέψιμες. "Τίποτα, ποτέ, δεν θα είναι όπως πριν!" αποφαίνονται.”
“※ Δουλειά βαριά, για βαστάζο χεροδύναμο, όχι για ξεπεσμένο νοικοκύρη. Έβαλε τα δυνατά του για να μην αποφανεί, που τόσο σκληρά παιδευόταν, και του σηκώσει ο άνθρωπος την εμπιστοσύνη και την αποθέσει αλλού. Κι ήρθε το τέλος της βδομάδας και τον σκόλασε, έτσι καταπώς ήταν συμφωνημένο, για μια βδομάδα, και του μέτρησε το ξεδούλι.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αποφαίνομαι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course