αποτσίγαρο
Ορισμοί
αυτό που μένει από το τσιγάρο αφού κάποιος το έχει καπνίσει
Ισοδύναμα
4 more languages
Παραδείγματα
“※ ..το σχολείο ήταν χτισμένο στις παρυφές της Πάνω Πόλης. Σ'εκείνη την αυλή των θαυμάτων, τη στρωμένη ροχάλες, αποτσίγαρα και πρωτόγονα διαφημιστικά τρικάκια από φροντιστήρια σε μαύρο άσπρο, χειμαζόταν ένα μεγάλο κοπάδι εφήβων. (Ισίδωρος Ζουργός, Ανεμώλια, 2016)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free