Meaning of αποστάτης | Babel Free
/a.poˈsta.tis/Ορισμοί
- αυτός που εξεγείρεται ενάντια στην καθιερωμένη εξουσία, που επαναστατεί, που αποστατεί
- αυτός που απαρνιέται τη θρησκεία του, αρνητής της θρησκείας του
- αυτός που αποστασιοποιείται από την κυρίαρχη γραμμή του κόμματος που ανήκει ή και αποσχίζεται και εναντιώνεται σε αυτό
- εξάρτημα που χρησιμεύει στο να κρατάει κάποιο άλλο (ή δύο εξαρτήματα μεταξύ τους) σε απόσταση ή και να λειτουργεί ως στήριγμα
Παραδείγματα
“πλευρικός αποστάτης, αποστάτες τιμονιού”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.