αποπτύω
Ορισμοί
φτύνω κάτι, το βγάζω από το στόμα μου, συνήθως όχι σάλιο αλλά κάτι άλλο που είχα βάλει προηγουμένως στο στόμα μου
archaic
Ισοδύναμα
13 more languages
Češtinakašlat
Deutschabhusten
Ελληνικάαποχρέμπτομαι
Suomiyskiä
Latviešuspļaut
Te Reo Māoriwharo
Portuguêsescarrar
සිංහලකෙල ගසනවා
Svenskaexpektorera
Türkçebalgam atmak
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free