HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αποπομπή | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/a.po.pomˈbi/

Ορισμοί

  1. η ενέργεια με την οποία κάποιος διώχνεται, αποπέμπεται από έναν τόπο ή από τη θέση του, το αξίωμά του
  2. παύση από εργασία
    especially

Παραδείγματα

“※ Ο Τιτοϊσμός άρχισε νά μπαίνει στή ζωή των Γιουγκοσλάβων μετά τήν αποπομπή της Γιουγκοσλαβίας απ' τήν Cominform, δηλαδή στά μέσα του 1948. (Σάσα Κ. Στάθη, Γιουγκοσλαβία και Τίτο 1919-1953, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας Ιωάννου Δ. Κολλάρου & Σία Α.Ε., 1983, σελ. 18)”
“Η αποτυχία της εκπαιδευτικής πολιτικής οδήγησε στην αποπομπή του αρμόδιου υπουργού.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αποπομπή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course