Meaning of αποπομπή | Babel Free
/a.po.pomˈbi/Ορισμοί
- η ενέργεια με την οποία κάποιος διώχνεται, αποπέμπεται από έναν τόπο ή από τη θέση του, το αξίωμά του
-
παύση από εργασία especially
Παραδείγματα
“※ Ο Τιτοϊσμός άρχισε νά μπαίνει στή ζωή των Γιουγκοσλάβων μετά τήν αποπομπή της Γιουγκοσλαβίας απ' τήν Cominform, δηλαδή στά μέσα του 1948. (Σάσα Κ. Στάθη, Γιουγκοσλαβία και Τίτο 1919-1953, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας Ιωάννου Δ. Κολλάρου & Σία Α.Ε., 1983, σελ. 18)”
“Η αποτυχία της εκπαιδευτικής πολιτικής οδήγησε στην αποπομπή του αρμόδιου υπουργού.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.