απονίτρωση
Ορισμοί
η διαδικασία και το αποτέλεσμα του απονιτρώνω, η μείωση, ή αποβολή νιτρικών αλάτων ή νιτρωδών
Ισοδύναμα
7 more languages
Ελληνικάαπονιτροποίηση
Suomidenitrifikaatio
Bahasa Indonesiadenitrifikasi
Italianodenitrificazione
日本語脱窒
Polskidenitryfikacja
Portuguêsdesnitrificação
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free