απέρριψα
Ορισμοί
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρίπτω
Παραδείγματα
“Απέρριψα την προσφορά γιατί δεν με ικανοποιούσε.”
I rejected the offer because it didn't satisfy me.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free