απάνθρωπη
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απάνθρωπος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η απάνθρωπη συμπεριφορά του σόκαρε όλη τη γειτονιά.”
His inhuman behavior shocked the whole neighborhood.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free