Σημασία του αορτή | Babel Free
aoɾˈtiΟρισμοί
μεγάλη αρτηρία του κυκλοφορικού συστήματος των θηλαστικών που ξεκινά από την καρδιά και στέλνει οξυγονωμένο αίμα προς τα κύρια μέρη του σώματος αλλά και την ίδια την καρδιά με τις στεφανιαίες αρτηρίες που εκφύονται από αυτή
Ισοδύναμα
Беларуская
аорта
Català
aorta
Dansk
hovedpulsåre
English
Aorta
Esperanto
aorto
Español
aorta
فارسی
آئورت
Suomi
aortta
Français
aorte
Gaeilge
aorta
Galego
aorta
ગુજરાતી
મહાધમની
עברית
אבי העורקים
Bahasa Indonesia
aorta
Italiano
aorta
日本語
大動脈
Қазақша
қолқа
한국어
대동맥
Kurdî
aort
Македонски
аорта
Polski
aorta
Português
aorta
Русский
аорта
Slovenčina
srdcovnica
Kiswahili
aorta
Türkçe
aort
Українська
аорта
Oʻzbekcha
aorta
Tiếng Việt
động mạch chủ
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free