αορτή
Ορισμοί
μεγάλη αρτηρία του κυκλοφορικού συστήματος των θηλαστικών που ξεκινά από την καρδιά και στέλνει οξυγονωμένο αίμα προς τα κύρια μέρη του σώματος αλλά και την ίδια την καρδιά με τις στεφανιαίες αρτηρίες που εκφύονται από αυτή
Ισοδύναμα
35 more languages
Беларускаяаорта
Catalàaorta
Danskhovedpulsåre
Esperantoaorto
فارسیآئورت
Suomiaortta
Gaeilgeaorta
Galegoaorta
ગુજરાતીમહાધમની
עבריתאבי העורקים
Bahasa Indonesiaaorta
Italianoaorta
日本語大動脈
Қазақ тіліқолқа
한국어대동맥
Kurdîaort
Македонскиаорта
Polskiaorta
Portuguêsaorta
Русскийаорта
Slovenčinasrdcovnica
Kiswahiliaorta
Türkçeaort
Українськааорта
O'zbekchaaorta
Tiếng Việtđộng mạch chủ
Παραδείγματα
“Η αορτή μεταφέρει το αίμα από την καρδιά στο σώμα.”
The aorta carries blood from the heart to the body.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free